αγκαλιάζομαι


αγκαλιάζομαι
αγκαλιάζομαι, αγκαλιάστηκα, αγκαλιασμένος βλ. πίν. 36
——————
Σημειώσεις:
αγκαλιάζομαι : κυρίως με αξία αλληλοπάθειας, π.χ. αγκαλιαστήκαμε ( αγκάλιασε ο ένας τον άλλο).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντεμπλέκομαι — ἀντεμπλέκομαι (AM) 1. περιπλέκομαι, συνδυάζομαι με κάποιον άλλο 2. αγκαλιάζομαι ή ανταποδίδω σε κάποιον τους εναγκαλισμούς και τους χαιρετισμούς 3. (για επίδεσμο) τοποθετούμαι σταυρωτά μαζί με κάποιον άλλο …   Dictionary of Greek

  • γλυκαγκαλιάζομαι — 1. αγκαλιάζομαι τρυφερά με κάποιον 2. συνδυάζομαι αρμονικά …   Dictionary of Greek

  • θίγω — (ΑΜ θιγγάνω) 1. αγγίζω, ακουμπώ, άπτομαι, ψαύω 2. πλησιάζω, προσεγγίζω 3. ανακινώ κάποιο ζήτημα, κάνω λόγο γιά κάτι, αναφέρω κάτι («στο λόγο του έθιξε πολλά ζητήματα») 1. νεοελλ. μτφ. πειράζω, προσβάλλω («με τα λόγια του τόν έθιξε κατάκαρδα») 2.… …   Dictionary of Greek